βαθύχθων

βᾰθύ-χθων, ον, gen. ονος,
A = βαθύγειος, αἶα A.Th.306 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύχθων — βαθύχθων, ον (Α) εύφορος …   Dictionary of Greek

  • βαθύχθονα — βαθύχθων neut nom/voc/acc pl βαθύχθων masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύχθον' — βαθύχθονα , βαθύχθων neut nom/voc/acc pl βαθύχθονα , βαθύχθων masc/fem acc sg βαθύχθονι , βαθύχθων dat sg βαθύχθονε , βαθύχθων nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χθων — η / χθών, ονός, ΝΑ ως κύριο όν. η Χθων μυθ. προσωποποιημένη θεότητα τής γης, που ταυτίζεται με τη Γαία και την οποία θεωρούσαν μητέρα τών Τιτάνων, τών Σειρήνων, τών Γιγάντων και τού Τυφώνος αρχ. 1. η γη, το έδαφος, το χώμα (α. «χθονὶ γυῑα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.